Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιο Όρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιο Όρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Jonathan Jackson - A prayer for all




“Μεγάλες Ώρες” ονομάζεται το άλμπουμ τραγουδιών που είναι αφιερωμένο, στη μνήμη του μεγάλου ασκητή του Αγίου όρους, Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή, για την πνευματική στήριξη που προσφέρει διαχρονικά στον κόσμο.
Το τραγούδι που ακολουθεί την ενημέρωση αυτή, έρχεται από το Άγιο Όρος και είναι μια προσευχή στον Δημιουργό μας, ένας ποιητικός λόγος για τον Θείο έρωτα του Αγίου
Την διασκευή και απόδοση του ποιήματος εκ των αυθεντικών στίχων που υπάρχουν στην έκδοση της ΙΜΜ Βατοπαιδίου με τίτλο: “Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού Επιστολές και ποιήματα “60 χρόνια από την κοίμησή του”, έκανε ο ποιητής Α.Φωτεινός.
Συμβολίζει την ενότητα και την ανάγκη που έχουμε όλοι τώρα, μέσα σε αυτή την επώδυνη δοκιμασία για την ανθρωπότητα να προσευχηθούμε στο Θεό .
Την ερμηνεία ο Jonathan Jackson, από τις ΗΠΑ και την σύνθεση ο Ανδρέας Κατσιγιάννης από την Ελλάδα
Παραγωγή: Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός
Το άλμπουμ είναι παραγωγή του Ινστιτούτου Άγιος Μάξιμος ο Γραικός.
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Α. Φωτεινός
Ερμηνεία:Jonathan Jackson 
Απόδοση ποιήματος: Α. Φωτεινός 
Μουσική: Ανδρέας Κατσιγιάννης 
Φωνητικά: Απόστολος Μόσιος 
Απόδοση του ποιήματος στα Αγγλικά: Γιάννης Καραλάκος
Μίξη-mastering: Απόστολος Μόσιος

ΠΕΡΙΣΣΌΤΕΡΑ:http://www.pemptousia.gr/?p=266796

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Χειμερινή ανάβαση στον Άθω!!!



...Κάτι τέτοιες στιγμές έρχονται στο νου μου τα θεϊκά λόγια του Καζαντζάκη από την «Αναφορά στον Γκρέκο» που περιγράφει την δική του ανάβαση στην κορυφή του Άθω, παρέα με τον φίλο του Άγγελο Σικελιανό:



«...Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος. Ανήφορος και γκρεμός κι ερημιά. Κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη. Μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν ανέβουν πιο απάνω, κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε. Μήτε κι αν τη φτάναμε, πως θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο. Ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση».
Βλέπε  και εδώ







Αναδημοσίευση - πηγή - περισσότερες καταπληκτικές φωτογραφίες: The hiking experience




Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

A' Μέρος - Μικρό οδοιπορικό στις παρυφές του Άθωνα - Αύγουστος 2011


Αναδημοσίευση: 26/8/2011
4 Αυγούστου 2011: εισέρχομαι «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης»  στο περιβόλι της Παναγίας.  Μετά από 19 χρόνια πορείας σε τούτο τον ευλογημένο τόπο (το 1993  -ήτανε θαρρώ σαν χθες-  που με αξίωσε ο Θεός να συναντήσω δυο μάτια μοναδικά που έκαναν την καρδιά σου να αναριγεί, εκεί στο κελί της Παναγούδας) έφθασα για πρώτη φορά σε μια πηγή που το πλούσιο αγίασμα της τρέχει με αμείωτη ένταση –όπως μας έλεγε ο γέροντας π. Βασίλειος στην Ι.Μ.Μ. Λαύρας- εδώ και 1050 χρόνια καθ’ υπόδειξιν της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Όρος για να ενδυναμώσει την πίστη του Αγίου Αθανασίου στο αγώνα του να χτίσει τη Ιερά Μονή. Εκπληκτικό θαύμα ο Σταυρός στο σημείο όπου ο Άγιος χτύπησε με το ραβδί του και ανέβλυσε το αγίασμα που τρέχει με ορμή για να ξεδιψά διψασμένες ψυχές. Πολλές φορές και από το παρακείμενο εκκλησάκι και μέσα από το ίδιο το νερό αναδύεται μια εκπληκτική ευωδία, -μας έλεγε ο γέροντας π. Βασίλειος-.




προσωπικό αρχείο
Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας η παλιότερη και ιστορικότερη μονή του Αγίου Όρους. Σα  να είσαι μέρος και συ αυτής της ιστορίας στις διάφορες φάσεις της, αρχαία, βυζαντινή και νεώτερη. 



Επιβλητικό το τεράστιο παράξενο κυπαρίσσι (1050 ετών ) που

φύτεψε ο άγιος.

προσωπικό αρχείο
Η φιάλη, έξω από το όμορφο βυζαντινό καθολικό, του 11. αι. με θαυμάσιες τοιχογραφίες του Θεοφάνη του Κρητός το ίδιο το καθολικό με τις διάφορες χρονολογικές φάσεις αγιογράφησης, τα παρεκκλήσια του του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Νικολάου, η εντυπωσιακή εικόνα της Παναγιάς η Οικονόμισσας (Η εικόνα αυτή αγιογραφήθηκε έπειτα από την υπόσχεση της Παναγίας στον κτήτορα της μονής -τον άγιο Αθανάσιο Αθωνίτη- ότι εκείνη θα'ναι υπεύθυνη για να μη λείψει ποτέ τίποτα στο μοναστήρι. Η ίδια η Παναγία ονόμασε τον εαυτό της "οικονόμισσα" της μονής. Από τότε και μετά, ο εκάστοτε μοναχός που αναλαμβάνει τέτοια διακονήματα ονομάζεται παραοικονόμος (και όχι οικονόμος). Η Παναγία Οικονόμισσα επιτελεί θαύματα μέχρι και σήμερα),  η τράπεζα με τις μοναδικές τοιχογραφίες  εκεί όπου σιτίζεσαι πάνω στα ίδια μαρμάρινα τρπέζια που χάρισε στη μονή ο μεγάλος ευεργέτης της, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς, το παρεκκλήσι της Παναγίας της Κουκουζέλισσας, πύργος του Τσιμισκή, τα ευρήματα παλιάς ελληνικής πόλης,  και κυρίως η φιλοξενία και η πνευματικότητα των μοναχών της Μονής.

Φιάλη 11ος αι. - προσωπικό αρχείο

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Στα Καρούλια - Νίκος Καζαντζάκης

Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο» , ἐκδ. Ἐλ. Καζαντζάκη, 1964.


Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν' ἀνέβω στ' ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι,οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται• θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται• κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ• ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νὰ ‘χα κάμει ὥς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ' ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.


Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ' ἀσκηταριά• τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα• σὰ νὰ 'χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός• δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά• ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ 'δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν’ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα• μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ• σιγὰ σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο• ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα• σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:

— Καλῶς τον!
Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα• τὰ μαλλιὰ του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε• κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει• κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά 'χε φάει.

Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν' ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστὰ μου• ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:

— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδὶ μου• τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζὶ μου• δὲν ἔχει δύναμη• παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος• κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδὶ μου• μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα• αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
— Ἕνας μονάχα δρόμος. 
— Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ ζωὴ 'ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!

Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει. 
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις• δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος• μὰ θ' ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ' ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;


Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του• ἀναστέναξε• καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοΰ τόσο μεγάλη;

Κι ὡς τό 'πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά 'ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ' ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου• συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμὸ μου• πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.

— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε• «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά 'μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».

Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη• ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνὴ του τώρα εἶχε στερεώσει.

Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο• τὸ χέρι μου πάγωσε.
— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός• εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης• θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε• τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ'το καλὰ στὸ νοῦ σου: 
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το! 
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος• δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα• τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἂλλος• ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει• βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.


Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν• γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε•' εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου• κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.


Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής• μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς• ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε• ἄε στὸ καλό• ὁ Θεὸς μαζί σου. 
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα• καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.


Πηγή:  http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/kazatzakis_karoulia.html

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Ανάβαση σε απόκρημνες πλαγιές προς τη στέγη του Άθω

Η πομπή ανέβαινε αργά-αργά στις απόκρημνες πλαγιές. Σε κάποια σημεία της διαδρομής, σκαρφάλωνε... Προορισμός η «Αγία Κορυφή», η στέγη του Άθω στα 2.033 μ.



Για τους Αγιορείτες είναι ο «άξονας του κόσμου», ο «στύλος διά του οποίου οι προσευχές τους ανεβαίνουν στον ουρανό». Για τους πιστούς, η ανάβαση αποτελεί κρυφό τάμα: να βρεθούν και να προσευχηθούν «πιο κοντά στον Θεό». Πιο πάνω και από τα σύννεφα. Μεταξύ των πιστών που κινούνταν κατάκοποι στο φιδίσιο μονοπάτι, μοναχοί σιγοψάλλουν προεόρτιους ύμνους στον ρυθμό των κουδουνισμάτων των μουλαριών που μεταφέρουν σκεπάσματα, τρόφιμα, λειτουργικά σκεύη: «Δεύτε συνέλθωμεν τω Ιησού, ανεβαίνοντας εις το όρος το Αγιον».

Κυριακή, 18 Αυγούστου με το νέο ημερολόγιο, 5 Αυγούστου με το παλιό που ακολουθούν οι Αγιορείτες.Παραμονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και όπως επιτάσσει, αιώνες τώρα, η παράδοση, προσκυνητές, ανηφόρισαν για να προσευχηθούν στον Αθω και να συμμετάσχουν στην αγρυπνία, στο ομώνυμο εκκλησάκι στη μαρμαρένια ανεμόδαρτη κορυφή του.

Δοκιμασία

Δεν πρόκειται για απλή ανάβαση, αλλά για πραγματική δοκιμασία. Το καραβάνι των πιστών ξεκινάει τα ξημερώματα από την «κατασκήνωση βάσης», στην Κερασιά, κοντά στη Σκήτη της Αγίας Αννας, νότια του Αθω και ακολουθεί μια ανηφορική, βασανιστική διαδρομή στις κατακόρυφες πλαγιές επί οχτώ και πλέον ώρες. Μια υποτυπώδης σήμανση καθοδηγεί τους αναβάτες, αλλά ο Αθως δεν αστειεύεται. Η παραμικρή λάθος κίνηση, μπορεί να στοιχίσει ακόμα και τη ζωή στον προσκυνητή. Γι’ αυτό οι μοναχοί συνιστούν στους προσκυνητές να κινούνται με τη δική τους «συνοδεία και ευλογία». Δεν είναι λίγοι οι πιστοί που στο παρελθόν τσακίστηκαν σε χαράδρες προτού εκπέμψουν προσευχή στον Υψιστο από το «άγιο βουνό». Παρόλα αυτά, χρόνο με τον χρόνο οι προσκυνητές αυξάνονται.

Ολο και πληθαίνουν οι Ρώσοι που εκπληρώνουν το τάμα για προσευχή στην κορυφή του Αθω, φροντίζοντας να γεμίσουν τη διαδρομή με αυτοκόλλητα σηματάκια των... Ρωμανόφ. Είναι εξάλλου στην παράδοση των Σλάβων πιστών να μεταβαίνουν πεζή σε απομακρυσμένους χώρους λατρείας για να δοκιμάζουν εαυτόν. Κατάκοποι αλλά ανακουφισμένοι από την αίσθηση ότι η προσευχή τους θα φτάσει πιο γρήγορα στον Θεό, πατούν το πόδι τους στην κορυφή.

Εχει νυχτώσει πια και με τη θερμοκρασία στους 5 βαθμούς, αρχίζει η αγρυπνία, στο εκκλησάκι, με ύμνους και ψαλμωδίες που κρατούν μέχρι το ξημέρωμα. Με το πρώτο φως του ήλιου «αποχαιρετούν τον Θεό», και αρχίζει η κατάβαση που διαρκεί περισσότερο από τρεις ώρες.

Καθώς αναχωρούν και οι τελευταίοι, ένα άσπρο σύννεφο τυλίγει στην κορυφή το παρεκκλήσι και τον τεράστιο σιδερένιο σταυρό. Οι μετεωρολόγοι το αποδίδουν σε σύνηθες για τα βουνά φυσικό φαινόμενο, η θρησκευτική παράδοση θέλει να συμβολίζει τη νεφέλη που σκέπασε το όρος Θαβώρ, όταν μεταμορφώθηκε ο Χριστός.

alt
alt
alt
alt

alt
alt

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Το Άγιο Όρος από ψηλά

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Ορθόδοξος ήχος: ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ

Οδοιπορικό στον Άθω. 

Η κορυφή του όρους Άθω



Ο αρσανάς της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας



Ο αρσανάς της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας






Άγιον Όρος





Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας



Ιερά Μονή Καρακάλου



Ιερά Μονή Ιβήρων



Ιερά Μονή Ιβήρων



Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου



Ιερά Μονή Σταυρονικήτα


Ιερά Μονή Παντοκράτορος


Ιερά Μονή Παντοκράτορος



Ιερά Μονή Βατοπεδίου


Ιερά Σκήτη Αγίου Ανδρέου


Ιερά Μονή Εσφιγμένου


Ιερά Μονή Κωσταμονίτου


Ιερά Μονή Δοχειαρίου

Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος


Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας


Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου


Ιερό Λαυριωτικό Κάθισμα Αγίου Ευσταθίου, Μυλοπόταμος


Ιερό Λαυριωτικό Κάθισμα Αγίου Μηνά, Βίγλα.


ΠΗΓΗ: john-fb.blogspot.gr

agioritikesmnimes.blogspot.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_5490.html

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Η Ιερά Σκήτη της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννης

Από το προσωπικό αρχείο
Ι.Σ.  Αγίας Άννης 2004
Το καθολικό 2004
Από τη Μικρά Αγία Άννα προς την Αγία Άννα
Μια από τις ομορφότερες διαδρομές του Αγίου Όρους

Από τον Άθωνα κατεβαίνοντας προς Αγία Άννα:
Ένα ακόμη σημείο της παρουσίας του Θεού στον κόσμο!!! 2011
Απ'ο τον Άθωνα κατεβαίνοντας προς Αγία Άννα 2ο 2011

Ηλιοβασίλεμα στην Ι. Σκήτη της Αγίας Άννης:
Με θέα τη Ιερά Καλύβη Αγ. Γεωργίου Καρτσωναίοι 

 Ιερά Καλύβη Αγ. Γεωργίου Καρτσωναίοι 2004

  • Για το εορταζόμενο γεγονός της συλλήψεως της Θεοτόκου υπό της Αγίας Άννης διαβάζουμε στο θαυμάσιο ιστολόγιο της "Ιεράς Σκήτης της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννης (Αγίου Όρους)": http://wwwilioudoron800.blogspot.gr/2012/12/blog-post.html



  • Εκτενές αφιέρωμα από τον Πρωτ. Δημήτριο  Αθανασίου: http://goo.gl/HKSw5